Ελεύθερoς χρόνος


Ελεύθερoς χρόνος: Ο χρόνος του οποίου η διάθεση ανήκει αποκλειστικά στη βούληση του ατόµου, έξω και πέρα από κάθε εξαναγκασµό και υποχρεωτική εργασία.
  • Τους προηγούµενους αιώνες ήταν σχεδόν ανύπαρκτος. Οι άνθρωποι εργάζονταν σκληρά έως και 16 ώρες ηµερησίως. Μετά από αιµατηρούς αγώνες -µεταίχµιο αποτέλεσε ο ξεσηκωµός την πρωτοµαγιά του 1968 στο Σικάγο- κατοχυρώθηκε το 8ωρο στην εργασία. Παράλληλα, η ανάπτυξη της τεχνολογίας και η επακόλουθη µηχανοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας επέτρεψε την αύξηση της παραγωγής µε µικρότερο χρόνο εργασίας.
  • Όµως, στην πραγµατικότητα ο ελεύθερος χρόνος δεν αυξήθηκε όσο θα περίµενε ο άνθρωπος καθώς η καταναλωτική κοινωνία πολλαπλασίασε τις ανάγκες του και τον υποχρέωσε να εργάζεται περισσότερο, συχνά σε δύο δουλειές, για να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις. Αυτό, σε συνδυασµό µε τις χρονοβόρες µετακινήσεις (προς και από το χώρο εργασίας) στα αστικά κέντρα και τις εξωεργασιακές υποχρεώσεις (οικογενειακές, κοινωνικές) που πρέπει , να εκπληρωθούν κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου, οδήγησε στη µείωσή του .
  • Τα προβλήµατα που ανακύπτουν λοιπόν είναι ποσοτικά αλλά και ποιοτικά:
α. Ο περιορισµός του ελεύθερου χρόνου παρά τις τεράστιες δυνατότητες που µας παρέχει η εποχή.
β. Η µη ορθή εκµετάλλευσή του από ένα µεγάλο µέρος του πληθυσµού.
Ψυχαγωγία1: Είναι οποιαδήποτε µορφή αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου που συντελεί στην ολοκλήρωση του ανθρώπου. Με άλλα λόγια, οτιδήποτε συµβάλλει
  • στην αξιοποίηση των κλίσεων,
  • στην καλλιέργεια των δυνατοτήτων,
  • στην ανάπτυξη της ευαισθησίας,
  • στη δηµιουργικότητα,
  • την επικοινωνία,
  • τη διεύρυνση των οριζόντων, την αυτογνωσία κ.α.
Παράγεται από τις λέξεις ψυχή και άγω υποδηλώνοντας την πνευµατική της κυρίως υπόσταση.

Διαφέρει από τη διασκέδαση2 (παράγεται από το ρήµα σκεδάννυµι = διασκορπίζω), χωρίς αυτό να σηµαίνει ότι η διασκέδαση µε την έννοια έστω και της µη δηµιουργικής εκτόνωσης εἰναι κατακριτέα. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη και από αυτή. Αρκεί να µην επιζητείται µόνο αυτή.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι τρόποι ορθής αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου είναι ατελείωτοι, έχουν να κάνουν µε
  • την ιδιοσυγκρασία και τις
  • ανάγκες του κάθε ατόµου αλλά και
  • τις κοινωνικές και πολιτισµικές συνθήκες κάθε εποχής.
Γενικότερα, οτιδήποτε βοηθάει άτοµο να βελτιώνεται, να ηρεµεί και να ολοκληρώνει την προσωπικότητά του πρέπει εκλαµβάνεται ως ψυχαγωγικό αγαθό. Κι αυτό µπορεί να είναι κάτι πολύ σύνθετο αλλά κάτι πολύ απλό, όπως για παράδειγµα, το να ατενίζει κάποιος το ηλιοβασίλεµα, φέρνοντας στη σκέψη του όµορφες αναµνήσεις ή κάνοντας την αυτοκριτική του... Είναι λάθος να προσδίδεται στον όρο ψυχαγωγία µια "κουλτουριάρικη" και µόνο διάσταση. Ψυχαγωγία δεν είναι µόνο το µέγαρο µουσικής ...

Ο ελεύθερος χρόνος -και κατ' επέκταση η ψυχαγωγία- έχουν βέβαια και µια κοινωνικο-πολιτική διάσταση. Είναι ο χρόνος, οι στιγµές που ο άνθρωπος θα µπορέσει να προβλητιστεί για τα κοινωνικά δρώµενα, να ενηµερωθεί για τις πολιτικές εξελίξεις, να αναλογιστεί τις δοµές της οικονοµίας, την κατανοµή του πλούτου, να διαλεχθεί, να διαµαρτυρηθεί. Γι" αυτό ακριβώς η αξιοποίησή του ελεύθερου χρόνου είναι µείζον θέµα για τον άνθρωπο και την πολιτεία.

1 ψυχαγωγία η [psixaγojía] O25 : η ψυχική και πνευματική ευχαρίστηση κάποιου μέσα από μια ενασχόληση, ένα έργο κτλ. που ικανοποιεί κάποιες ανώτερες πνευματικές και ψυχικές ανάγκες· (πρβ. διασκέδαση, αναψυχή): Aίθουσα ψυχαγωγίας. H ανάγνωση ενός λογοτεχνικού βιβλίου είναι κάτι παραπάνω από απλή διασκέδαση· είναι ~. [λόγ. < ελνστ. ψυχαγωγία `διασκέδαση΄, αρχική σημ.: `ανάκληση των ψυχών των νεκρών΄ (αρχ. σημ.: `δελεασμός των ψυχών των ανθρώπων΄)]
2 διασκέδαση η [δias<k>éδasi] O33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διασκεδάζω· το να ενεργεί κανείς έτσι, ώστε να περνά ευχάριστα: Προτιμάει τη ~ από τη δουλειά. H ζωή δεν είναι μόνο διασκεδάσεις. Mοναδική του ~ είναι το διάβασμα / η τηλεόραση / το θέατρο. (έκφρ.) κάνω κτ. για ~, για να διασκεδάσω. είναι κτ. ~, είναι πολύ ευχάριστο ή εύκολο: Aυτή η δουλειά είναι για μένα ~. (λόγ.) προς (μεγάλη) ~ όλων, με αποτέλεσμα όλοι να γελάσουν (πολύ). (ευχή) καλή ~. || Kέντρο διασκεδάσεως, ειδικό κατάστημα, στο οποίο οι άνθρωποι διασκεδάζουν: Kαμπαρέ και άλλα κέντρα διασκεδάσεως. Nυχτερινό κέντρο διασκεδάσεως. [λόγ. < ελνστ. διασκέδα(σις) `διασκόρπιση΄ -ση σημδ. γαλλ. dissipation, divertissement]

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ρατσισμός: Αίτια-συνέπειες

ΔΙΑΔΊΚΤΥΟ (ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ - ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ) -ΚΕΙΜΕΝΑ