Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Νιώθοντας όμορφος, νιώθοντας άσχημος


         
  Όπως οι αστακοί όταν χάνουν το καβούκι τους, έτσι και οι έφηβοι βλέπουν την εξωτερική τους εμφάνιση να αλλάζει. Αυτή είναι λίγο πολύ η ιστορία όλων των εφήβων.
  Το παιδί ένιωθε πολύ όμορφο μέσα στο περίβλημα που γνώριζε από παλιά. Στην εφηβεία όμως αναρωτιέται: Είμαι όμορφος; Είμαι άσχημος;

  Νιώθουμε πολύ άσχημα μ’ αυτήν την ακμή στο πρόσωπο. Νιώθουμε ότι έχουμε αναπτυχθεί υπερβολικά κατά μήκος κατά πλάτος, είμαστε άχαροι. Νιώθουμε σαν ένα σπίτι ανοιχτό από παντού, όπου δεν υπάρχει ούτε μια γωνιά ήσυχη για να ξεκουραστούμε. Τόσο τα μέσα μας όσο και το έξω μας βρίσκονται σε πλήρη μεταλλαγή.
   Στη διάρκεια αυτής της περιόδου είμαστε εξ ολοκλήρου υποταγμένοι στον καθρέφτη, στην αδρανή αντανάκλαση που μας στέλνει το γυαλί ή στη ζωντανή αντανάκλαση που ψάχνουμε να βρούμε στα μάτια των άλλων. Παραμονεύουμε μήπως και αναφανεί μέσα σ’ αυτό το βλέμμα ο εαυτός μας, που θα θέλαμε να μοιάζει τέλειος. Ο καθρέφτης όμως δε μας δείχνει ποτέ πραγματικά αυτό που οι άλλοι βλέπουν όταν μας κοιτούν, γιατί ένα πρόσωπο δεν αποκαλύπτει την προσωπικότητά του παρά μόνο όταν ζωντανεύει. Ένα χαμόγελο μπορεί να φωτίσει χαρακτηριστικά που έμοιαζαν άχαρα, όντας ακίνητα. Τα όμορφα καλοβαλμένα μάτια δεν είναι παρά μια πρόσοψη που μπορεί να γελάσει τον άλλο. Το βλέμμα όμως που μιλά από το εσωτερικό μας είναι πολύ πιο σημαντικό, γιατί δε μακιγιάρεται.
   Καμιά φορά δεν ξέρουμε πια ποιοι είμαστε ούτε τι θέλουμε να δείξουμε απ’ τον εαυτό μας. Βρισκόμαστε σε δύσκολη θέση τόσο με το «είναι» (δηλαδή αυτό που είμαστε) όσο και με το «φαίνεσθαι» (δηλαδή αυτό που θέλουμε να δείξουμε από τον εαυτό μας).
  Τα εσωτερικά μέσα άμυνας που διαθέταμε πριν, όταν ήμασταν μικροί, χάθηκαν. Αμυνόμαστε λοιπόν με το παρουσιαστικό μας, με την εμφάνισή μας, με τα ρούχα. Επειδή νιώθουμε φτωχοί, εσωτερικά κενοί, νομίζουμε πως το να μας προσέξουν οι άλλοι είναι κάτι καλό, μια αξία. Και κρυβόμαστε πίσω απ’ το «λουκ» μας, που δεν είναι τίποτε άλλο από ένα προσωπικό κέλυφος.
   Ξάφνου, έχουμε τα δικά μας γούστα. Η αγάπη για το μαύρο, για παράδειγμα. Δεν είναι οι γονείς που φορούν τα μαύρα στα παιδιά τους. Τα ρούχα, το μακιγιάζ και καμιά φορά το υπνοδωμάτιο είναι μαύρα. Μήπως πρόκειται για κάποιο τρόπο να πενθήσουμε – χωρίς βέβαια να το ξέρουμε – την παιδική μας ηλικία; Μήπως για να εναρμονιστούμε με τις μαύρες ιδέες που μας εμπνέει το μέλλον; Μήπως για κορίτσια ιδιαίτερα, σημαίνει τη διάθεσή τους να μιμηθούν με το «μαύρο φορεματάκι» τη μητέρα τους;
   Όταν είμαστε έφηβοι, φτιάχνουμε για τον εαυτό μας μια ιδανική εικόνα, η οποία στηρίζεται στα κριτήρια της παρέας, στη μόδα της, στην ηθική της, στις αξίες της. Νιώθουμε όμορφοι ή άσχημοι στο βαθμό που πλησιάζουμε ή όχι αυτή την ιδανική εικόνα του εαυτού μας. Νιώθουμε να επιβεβαιωνόμαστε όταν ακολουθούμε τη μόδα της παρέας κι όταν φοράμε τα ρούχα που οι άλλοι αποφάσισαν να φορούν, γιατί αυτό είναι μια απόδειξη συνένωσης κι ενσωμάτωσης στην ομάδα. Καμιά φορά νιώθουμε προστατευμένοι όντας μέσα στη μόδα και μέσα στην παρέα. Μιας και ο εαυτός μας δε μας αρέσει, επιδιώκουμε να αρέσουμε στον εαυτό μας μέσα από το βλέμμα των άλλων.
  Η μόδα όμως αλλάζει συνεχώς και τα κριτήρια της ομορφιάς εξελίσσονται σύμφωνα με τις εποχές και τους πολιτισμούς. Στο όνομα της μόδας, φτάνουμε καμιά φορά να κρύβουμε όμορφα πράγματα του εαυτού μας και να δείχνουμε άλλα, λιγότερο ωραία.
 Συμβαίνει καμιά φορά, όταν πλησιάζουμε το πρότυπο που είναι της μόδας, να νιώθουμε ευτυχισμένοι. Άλλες φορές όμως, όταν είμαστε πολύ μακριά, υποφέρουμε πολύ. Για παράδειγμα, η πολύ αδύνατη σιλουέτα που ήταν ο κανόνας προς το τέλος της δεκαετίας του ’60, έθεσε δραματικά προβλήματα σε πολλούς εφήβους.
   Αυτό όμως που μπορούμε να κάνουμε είναι να παίξουμε με τη μόδα, να την προσαρμόσουμε στην προσωπικότητά μας, να τη στρέψουμε προς το συμφέρον μας. Επειδή μας συμβαίνει συχνά να μην ξέρουμε ποιοι είμαστε, νιώθουμε την ανάγκη να προσελκύσουμε την προσοχή. Κάνοντας τους άλλους να μας ξεχωρίσουν, έχουμε την αίσθηση ότι υπάρχουμε. Προκαλούμε για να μας δουν. 
  Υπάρχουν κορίτσια και αγόρια πολύ όμορφα που ζηλεύουν, άλλα που δεν είναι ομορφότερα αλλά που είναι γεμάτα αυτοπεποίθηση και ξέρουν πώς να κάνουν τους άλλους να τα προσέξουν.
   Συμβαίνει καμιά φορά η ανάγκη να προκαλέσουμε με τα ρούχα ή το μακιγιάζ να αγγίζει τη γελοιότητα. Παρόλ’ αυτά, είναι σημαντικό να τολμά κανείς να φτάνει ως αυτό το σημείο, γιατί πρέπει να μπορεί να αναλάβει την πρόκλησή του, να αντέξει τα βλέμματα των άλλων και να ξέρει ν’ απαντήσει. Το να κάνει όμως τους άλλους να τον προσέξουν μπορεί ν’ αποδειχθεί επικίνδυνο. Προσελκύοντας την προσοχή πάνω σε κάτι που δεν έχουμε, κινδυνεύουμε να δείξουμε αυτό που δεν αισθανόμαστε ότι είμαστε και να χαθούμε ανάμεσα στον πραγματικό εαυτό μας κι αυτόν που δείχνουμε στους άλλους.
   Το παιχνίδι συνίσταται στον να ζήσουμε με αυτά που έχουμε αξιοποιώντας τα, με αυτό που πραγματικά είμαστε αξιοποιώντας την προσωπικότητά μας. Είναι σημαντικό να τολμά κανείς να αξιοποιεί τον εαυτό του, χωρίς να λησμονεί ποτέ ότι η ομορφιά και η γοητεία είναι δύο πράγματα εντελώς διαφορετικά.
   Μερικά πρόσωπα που φαίνονται τέλεια στις ψυχρές φωτογραφίες ενός περιοδικού μπορεί
στην πραγματικότητα να κουράζουν πολύ γρήγορα τους άλλους. Αντίθετα, δύσκολα ξεκολλάμε
τα μάτια μας από άλλα πρόσωπα, μάλλον ατελή, που όμως ανοίγονται και μεταμορφώνονται
ασταμάτητα στη διάρκεια μιας συζήτησης. Γι’ αυτό άλλωστε μερικοί «άσχημοι» είναι τόσο
ελκυστικοί κι έχουν τόσες καρδιοκατακτήσεις.
  Η γοητεία δρα εκεί που δεν την περιμένεις, εμφανίζεται έξαφνα, για να ελκύσει με περισσότερη δύναμη. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η γοητεία της γοητείας. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είμαστε οι τελευταίοι που θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε την ακτινοβολία που εκπέμπουμε. Ευτυχώς που τα πράγματα είναι έτσι, γιατί στο βάθος δεν είμαστε εμείς που θα κρίνουμε τα αποτελέσματα της γοητείας που ασκούμε. Η χάρη είναι κάτι το φυσικό. Το καλύτερο λοιπόν που έχουμε να κάνουμε είναι να μην τη φαλκιδεύουμε1. Το να προσθέσουμε στην ήδη υπάρχουσα ή το να προσπαθούμε να αρέσουμε είναι σίγουρα ένα επικίνδυνο σπορ, γιατί έτσι κινδυνεύουμε να χάσουμε κι εκείνη που διαθέτουμε από φυσικού μας.
   Επειδή δεν έχουμε καταλάβει ακόμα ποιοι είμαστε, επιδιώκουμε να αρέσουμε στον εαυτό μας μέσα από το βλέμμα των άλλων. Και, για να επιτύχουμε κάτι τέτοιο, είμαστε διατεθειμένοι να μπούμε σ’ ένα καλούπι που δε μας ταιριάζει. Το χειρότερο όμως είναι ότι αυτό το καλούπι, που θεωρούσαμε στην αρχή τόσο ελκυστικό, είναι ακριβώς αυτό που θα εκτρέψει σε φυγή αυτόν ή αυτήν που θα θέλαμε να ελκύσουμε.
   Εν πάση περιπτώσει, η ομορφιά και η ασχήμια δεν υπάρχουν ως απόλυτες έννοιες. Μπορεί να στενοχωρηθούμε πολύ ανακαλύπτοντας την εσωτερική ασχήμια κάποιου, του οποίου τα κάλλη μας είχαν ξελογιάσει. Σφάλλαμε όταν πιστεύαμε ότι θα βρίσκαμε μέσα του την ίδια ομορφιά που βρήκαμε και στην εμφάνισή του. Αντίστροφα, αρκεί να ερωτευτούμε κάποιον που νομίζαμε άσχημο, για να αντιληφθούμε ότι, από τη στιγμή που τον αγαπάμε, όλ’ αυτά δεν έχουν καμία σημασία.

Φρ. Ντολτό & Κ. Ντολτό – Τολίτς,
«Έφηβοι. Προβλήματα και ανησυχίες», σελ. 27-30

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου